Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Ζωντανεύει το παλάτι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Οικία Λάσκαρη, πριν από την αναστήλωσή της και μετάΤο παλατι του Κωνσταντινου ΙΑ' Παλαιολογου στο Μυστρα. Επιτελους έχουν τελιώσει σε μεγάλο ποσοστό τα έργα που είχαν ξεκινήσει απο τη δεκαετία του 80. Παραθέτουμε ένα σχετικό άρθρο μερικά χρόνια πριν από την "Ελευθεροτυπία"


Το παλάτι του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα στην καστροπολιτεία του Μυστρά, που ήταν χρόνια ερειπωμένο και σιωπηλό, ήρθε η ώρα να γεμίσει και πάλι κόσμο, όπως τότε που έσφυζε από ζωή στον καιρό των Παλαιολόγων.
Οικία Λάσκαρη, πριν από την αναστήλωσή της και μετά Υστερα από πολύχρονες εργασίες αναστήλωσης, το μνημείο αυτό, το, 2013 θα υποδεχθεί τους πρώτους επισκέπτες του. Η χρονιά αυτή συμπίπτει με την αποφράδα επέτειο των 560 χρόνων από την Αλωση της Πόλης και την ηρωική αυτοθυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου που έπεσε υπερασπιζόμενος σαν απλός στρατιώτης τα τείχη της Βασιλεύουσας.
«Είναι το μοναδικό βυζαντινό παλάτι που έχουμε στην ολότητά του», λέει στην «Ε» ο πρόεδρος της Επιτροπής Αναστήλωσης των Μνημείων του Μυστρά, καθηγητής Στέφανος Σίνος, που έχει εκπονήσει τη μελέτη αποκατάστασης του μνημείου σε συνεργασία με την καθηγήτρια Γεωργία Μαρίνου.
Το οικοδόμημα είναι τεράστιο και χωρίζεται σε δύο πτέρυγες. Στην ανατολική πτέρυγα που είναι χώροι ιδιωτικοί, της κατοικίας του δεσπότη του Μυστρά, έκτασης λίγο μεγαλύτερης από μιας σημερινής βίλας (300-400 τ.μ.) και της δυτικής, που αποτελούσε το διοικητικό κέντρο της πρωτεύουσας του Δεσποτάτου του Μορέως.
Σε αυτό το «παλάτι» (14ου αι.) κατοικούσαν οι ηγεμόνες του «Μυζηθρά» και οι αξιωματούχοι στα γύρω από αυτό σπίτια, ένα εκ των οποίων είναι και η αναστηλωμένη σήμερα οικία Λάσκαρη.
Το 1204
Photo by Alexis GL
Ο Μυστράς ιδρύθηκε από τους Σταυροφόρους το 1204, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατακερματίστηκε και η Πελοπόννησος παραχωρήθηκε στη φραγκική οικογένεια των Βιλεαρδουίνων. Το κάστρο του «Μυζηθρά» χτίστηκε το 1249 από τον πρίγκιπα Γουλιέλμο Β' Βιλεαρδουίνο στην κορυφή του ομώνυμου λόφου για να ελέγχει την κοιλάδα του Ευρώτα.
Εναν αιώνα μετά, το 1349, έγινε πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μορέως με πρώτο «δεσπότη» τον Μανουήλ Καντακουζηνό (1349-1380), γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ'. Τους Καντακουζηνούς διαδέχθηκαν οι Παλαιολόγοι μέχρι την Αλωση της Πόλης.
Η έδρα του «δεσπότη» είναι ένα επιβλητικό κτίριο με τους στρατώνες στο ισόγειο, αποθήκες στο υπόγειο και τους χώρους διοίκησης στους ορόφους. Η αίθουσα του θρόνου με τον εμβληματικό ανάγλυφο δικέφαλο αετό είναι στον τελευταίο όροφο.
Η παράδοση του παλατιού θα γίνει όταν το μνημείο θα έχει πλήρη μουσειολογικό εξοπλισμό, κάμερες ασφαλείας και συστήματα ελέγχου της θερμοκρασίας και της υγρασίας, ούτως ώστε το υπουργείο Πολιτισμού να μπορεί αν θελήσει μελλοντικά να στεγάσει εκεί το μεγάλο μουσείο βυζαντινού πολιτισμού της Πελοποννήσου, που είχε εξαγγείλει ως υπουργός Πολιτισμού ο Σταύρος Μπένος.
Επίσης θα έχει αποκατασταθεί και η πλατεία εμπρός στο παλάτι (έκτασης 1,5 στρέμμ.), που τα τελευταία χρόνια των Παλαιολόγων έγινε η πρώτη Αγορά της πόλης. Σήμερα τα όριά της δεν είναι σαφή. Περπατάς ένα μόνο τμήμα της καθώς το υπόλοιπο είναι μπαζωμένο.
Τα αναστηλωτικά έργα στον Μυστρά είναι μια πολύπαθη μακρά ιστορία. Ξεκίνησαν το 1984 επί υπουργίας της Μελίνας Μερκούρη με την υποστήριξη του Κων. Καραμανλή ως Προέδρου της Δημοκρατίας. Τα κονδύλια όμως ήταν πολύ περιορισμένα εκείνη την εποχή. Οι επεμβάσεις άρχισαν ουσιαστικά έντεκα χρόνια αργότερα, όταν το έργο εντάχθηκε το 1995 στο «Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Εργων». Με 4,4 εκατ. ευρώ από το Γ' ΚΠΣ υλοποιήθηκε το 80% του συνολικού προγράμματος.
«Το 1985 οι εκκλησίες δεν είχαν τζάμια», θυμάται ο κ. Σίνος. «Εμπαιναν μέσα κουκουβάγιες και νυχτερίδες. Το παλάτι ήταν ένα τεράστιο ερείπιο. Τα βασικά σπίτια του οικισμού ήταν σε κακή κατάσταση. Μπήκαν πόρτες, παράθυρα και κεραμίδια, έγινε ευρύτερη συντήρηση σε όλους τους χώρους και στα τείχη, ανοίχτηκε το 60% του οδικού δικτύου της βυζαντινής πόλης κι έγιναν προσβάσιμα πολλά μνημεία».
Με άλλα 2 εκατ. ευρώ από το ΕΣΠΑ αναμένεται, ώς το 2015, να έχει ολοκληρωθεί το αρχικό πρόγραμμα.
Στην περιοχή Μαρμάρας
Και συγκεκριμένα, θα υλοποιηθούν επτά νέες μελέτες. Οι τρεις πρώτες αφορούν την ασφάλεια των επισκεπτών (500 ημερησίως), καθώς κινδυνεύουν με κατάρρευση τα πρανή σε τρία σημεία του επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου:
* Στην περιοχή Μαρμάρας στον αμαξιτό δρόμο, δίπλα σε ένα εστιατόριο. Από πάνω σώζονται τα βυζαντινά τείχη και διάφορα κτίσματα.
* Στην Πύλη της Μονεμβασιάς προς την Παντάνασσα έχει κλείσει ο δρόμος γιατί καταρρέει το βραχώδες πρανές.
* Στη Μονή Περιβλέπτου καταρρέει ο βράχος στον οποίο ακουμπά το μνημείο.
Η στερέωση του πρανούς πίσω από την εκκλησία της Μονής Περιβλέπτου εκτιμάται πως είναι και η δυσκολότερη γιατί ο βράχος έχει ύψος πάνω από 20 μέτρα. Οι μελέτες όμως έγιναν από έμπειρα χέρια. Από τον μελετητή των μνημείων της Ακρόπολης, Διονύση Μονοκρούσο.
Το έργο αυτό είναι πολύ μικρό σε σχέση με τις ανάγκες στερέωσης των βραχωδών πρανών που χρειάζεται ο Μυστράς, επισημαίνει ο κ. Σίνος. «Ολος ο βράχος είναι πολύ επικίνδυνος. Αμα σας τα δείξω θα τρομάξετε», λέει χαρακτηριστικά. Θεωρεί πως κινδυνεύουν να πέσουν βράχια και να γκρεμίσουν τα τείχη και άλλα μνημεία. «Το κάστρο από την πίσω πλευρά είναι σε άγρια κατάσταση. Θα χρειαστεί να δουλέψουν για όλα αυτά 3-4 γενιές».
Πολύ σημαντικό έργο για τη λειτουργία του Μυστρά ως επισκέψιμου χώρου θεωρεί ο κ. Σίνος πως είναι μια σειρά έργων υποδομής που θα υλοποιηθούν τα δύο προσεχή έτη. Και συγκεκριμένα, αναμορφώνονται κάποιοι βασικοί δρόμοι από τους οποίους θα περάσουν τα δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτροφωτισμού και αποχέτευσης στη νότια περιοχή (στη βόρεια έχει ήδη ολοκληρωθεί). Θα υπογειοποιηθούν τα υπάρχοντα εναέρια καλώδια και θα αποκτήσει αποχέτευση η Μονή της Παντάνασσας, στην οποία διαβιούν 7-8 καλόγριες. Είναι το τελευταίο εν λειτουργία μοναστήρι του βυζαντινού οικισμού.
Με την εφαρμογή της μελέτης αυτής του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου Κώστα Καπνουλά θα αναπτυχθεί επίσης ένα καλύτερο σύστημα πυροπροστασίας («το υπάρχον είναι υποτυπώδες και είχαν μπόλικες φωτιές τα τελευταία χρόνια»).
Ολες οι παραπάνω μελέτες έγιναν χωρίς να λάβουν οι μελετητές ούτε ένα ευρώ. Κι αυτό, γιατί επί μία 5ετία απαγορευόταν με ένα νόμο του Σουφλιά να ανατεθούν ακόμη και μικρές μελέτες σαν αυτές χωρίς δημόσιο διαγωνισμό. Ετσι, έγιναν όλες αφιλοκερδώς.*